MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020
MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020MUNICIPALITY OF MYKONOS CALENDAR 2020

Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ

Ο οικισμός του Κάστρου θεμελιώθηκε, πολλούς αιώνες πριν στη ΒΔ πλευρά της Χώρας της Μυκόνου, πάνω σε μια ελαφρώς προεξέχουσα βραχώδη περιοχή που προβάλλει στη θάλασσα. Στην εδαφική αυτή μικροέξαρση, δημιουργήθηκε ένα επιθαλάσσιο (υψόμετρο 10 μ.) είδος κάστρου, που περιελάμβανε στο περιτοίχισμά του ολόκληρο τον τότε κύριο οικισμό του νησιού, με κάποιες αγροικίες εκτός αυτού. Η περιοχή όπως διαπιστώνεται, κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους και με το πέρασμα των αιώνων αποτέλεσε τον αρχικό πυρήνα του οικισμού της Χώρας. Εκτός από μαρτυρίες στοιχείων κεραμικής, και ερείπια της λιθοδομής του Κάστρου που υπήρχαν στην περιοχή, πληροφορίες για την ύπαρξη και εξέλιξη του οικισμού μας δίνουν πρόσφατες ανασκαφές. Στο κτήριο του Μάρκου Μαύρου, που βρίσκεται στην περιοχή, βρέθηκαν επάλληλες φάσεις κατοίκησης χωρίς διακοπή, από την 3η τουλάχιστον χιλιετία π.Χ. έως σήμερα. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη σωστική ανασκαφή στο κτήριο κατά την περίοδο 1993-2001 καθώς και την σύγχρονη ανασκαφή που πραγματοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων από το 2018, και που στόχο έχει την αποκάλυψη του πολεοδομικού ιστού, την ερμηνεία του χώρου, την ενοποίηση και αποκατάσταση των υφιστάμενων ερειπίων. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, η περιοχή αποτελούσε ένα παραθαλάσσιο, ασφυκτικά οικοδομημένο μικρό οικισμό, 1000 έως 1500 κατοίκων, ενώ η έκτασή του δεν ξεπερνούσε τα 7,5 στρέμματα. Το μικρό αυτό πόλισμα στη θέση της σημερινής συνοικίας Κάστρο, ήταν περίκλειστο από ένα είδος υποτυπώδους ασθενούς αμυντικού περιτειχίσματος, αφού η ασφάλεια ήταν μια από τις βασικές μέριμνες του πληθυσμού. Το οριοθετούσαν οι εφαπτόμενες εξωτερικές τυφλές προσόψεις υπερυψωμένων οικοδομημάτων της περιμέτρου του, στοιχείο που διαπιστώνεται και σε άλλα σωζόμενα κάστρα νησιών του Αιγαίου Πελάγους. Από τους τρεις ή τέσσερις προϋπάρχοντες πυργίσκους του αμυντικού τείχους σώζονται τμήματα του ενός από αυτούς στη στέρεα λιθοδομή της βάσης του συμπλέγματος εκκλησιών της Παραπορτιανής. Τμήματα ενός άλλου σώζονται παράπλευρα της Παναγιάς της Πρυανής, στη νότια πλευρά της περιοχής του Κάστρου. Μια σειρά παλαιών απεικονίσεων της Μυκόνου μας δίνει αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για την περιοχή του Κάστρου και το πώς αυτή εξελίχθηκε από τον 15οέως τον 17ο αιώνα. Σε έγχρωμη υδατογραφία-χάρτη της Μυκόνου, φιλοτεχνημένη το 1420 από τον Φλωρεντιανό ιερωμένο-περιηγητή Cristoforo Buondelmonti (1385-1430), στην περιοχή του Κάστρου παρουσιάζεται ένα μεγάλο κτίσμα με πύργους. Τρεις ακόμη πολύ ενδιαφέρουσες απεικονίσεις που βρίσκονται στο Αρχείο και στη Βιβλιοθήκη του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου, μας δίνουν την εικόνα του ιστορικού οικισμού της Χώρας της Μυκόνου από τον 17ο αιώνα έως το 1800. Η παλαιότερη είναι του 17ου αιώνα, αποτελεί πρόχειρο σχεδίασμα και ανήκει σε χειρόγραφο πορτολάνο του Museo Civico Correr της Βενετίας. Σε αυτήν ο οικισμός περιορίζεται στο Κάστρο. Η δεύτερη απεικόνιση προέρχεται από την αγγλική έκδοση του πρώτου τόμου του βιβλίου του Joseph Pitton de Tournefort (1656-1708). Ο Γάλλος J. P. de Tournefort, βοτανολόγος και ιατρός, είχε επισκεφθεί τη Μύκονο το 1700 και παρέμεινε στο νησί για ένα χρόνο. Οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις και μελέτες εκδόθηκαν στο βιβλίο του «Relation d' un voyage du Levant» (Paris 1717). Αντίγραφο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου του (1741) υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου. Στην εικονογράφηση του λιμανιού της Μυκόνου παρουσιάζονται οι όψεις των σπιτιών του Κάστρου προς τη μεριά της θάλασσας, τυφλές, δηλ. δίχως ανοίγματα.

Η τρίτη γκραβούρα είναι του Thomas Hope (1769-1831) και παρουσιάζει τη Χώρα της Μυκόνου προς τα τέλη του 18ου αιώνα, το 1790. Στην τελευταία αυτή σχεδίαση, ο οικισμός της Χώρας έχει πλέον επεκταθεί αρκετά εκτός του Κάστρου, ενώ οι προσόψεις των σπιτιών από τη μεριά της θάλασσας παρουσιάζονται με πορτοπαράθυρα. Η Μύκονος φαντάζει ήδη ένα ζωντανό και εύρωστο νησιωτικό λιμάνι. Από πολεοδομική άποψη, στην περιοχή του Κάστρου παρατηρήθηκε μια ασφυκτική οικοδομική πυκνότητα δημιουργώντας έτσι ένα οικοδομικό συνονθύλευμα, που η εικόνα του προσομοιάζει με τον εσωτερικό σχηματισμό ενός ροδιού. Χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό στοιχείο που φανερώνει την οικονομία του χώρου ήταν οι πολλοί στενοί κοινόχρηστοι δρομίσκοι που αποτελούσαν στεγασμένους διαδρόμους, τα λεγόμενα «καταστέγια», που περνούσαν κάτω από τις οροφές των διώροφων οικοδομών. Έτσι ο δημόσιος χώρος εισχωρούσε στον ιδιωτικό και αντίστροφα. Το τελευταίο καταστέ(γ)ι του Κάστρου έκλεισε το 1920. Περνούσε κάτω από την ανώγεια Παναγία Παραπορτιανή και κατέληγε στο Παραπόρτι (δευτερεύουσα είσοδος) του Κάστρου. Οι άλλες δύο κύριες είσοδοι του Κάστρου ήταν η Πόρτα (ερείπιά της σώζονταν έως και το 1885) και η Πόρτα της Σαπιονέρας. Στη βόρεια πλευρά του οικισμού, πάνω σε χαμηλό βράχο, διακρίνονται τα θεμέλια του Μύλου του Κάστρου (Καστριανός Μύλος), που ίσως είναι ο πιο παλιός στο νησί. Οι εκκλησίες της περιοχής του Κάστρου της Μυκόνου είναι αδιαμφισβήτητα από τα παλαιότερα σωζόμενα κτίσματα του οικισμού, από τον 16ο αιώνα και εξής. Το ότι δεν έχουν σημειωθεί στους παλαιούς χάρτες οι καστρινές εκκλησιές, ίσως οφείλεται στο ότι τα ονόματα των παραθαλάσσιων εκκλησιών της υπαίθρου που αναφέρονται σε αυτούς, έχουν σημειωθεί ως τοπωνύμια για να κατευθύνουν τους ναυτιλομένους, ενώ το Κάστρο που περικλείει τις εκκλησιές του, εικονίζεται ως ενιαίο οικοδομικό σύνολο. Ας σημειώσουμε τέλος πως το μεγαλύτερο σύμπλεγμα των εκκλησιών του Κάστρου, αυτό της Αγίας Ελένης, λειτουργούσε έως τα μέσα του 19ου αιώνα ως μητροπολιτικός ναός της Χώρας.

Βαγγέλης Πελέκης

(Κείμενο βασισμένο στην Εισαγωγή του Οδηγού του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου, 2010)

 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΡΤΙΑΝΗΣ

Ο σημερινός επισκέπτης που περιηγείται τον γοητευτικό λαβύρινθο της Χώρας Μυκόνου μάλλον δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί την δομή του μεσαιωνικού οικισμού που έδωσε στην ιστορική συνοικία του Κάστρου το όνομά της, και στο εμβληματικό μνημείο της Παραπορτιανής, της εκκλησίας δηλαδή δίπλα στο Παραπόρτι του Κάστρου, το δικό της. Το Κάστρο όμως της Χώρας Μυκόνου, αποτελεί ένα από τα πρωϊμότερα παραδείγματα μεσαιωνικής πόλης ανάμεσα στους αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς, και παρ’ όλο που δεν υπάρχουν σαφή ιστορικά στοιχεία για το πότε ακριβώς ανοικοδομήθηκε, και από τις αρχικές του κατασκευές σήμερα διατηρούνται ελάχιστες αποσπασματικά, η ανάμνηση της πρότερής του κατάστασης διασώζεται στις περιγραφές και στους χάρτες των περιηγητών, στους ναυτικούς πορτολάνους, στις ιστορικές πηγές, στις λιγοστές πολύτιμες φωτογραφίες από τα τέλη του 19ου αιώνα, ακόμα και στους μονολόγους της Κάδμως της Μέλπως Αξιώτη… ότι δηλαδή τα σπίτια έστεκαν μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, βουλισμένα έστω, αλλά με την ιστορία χαραγμένη στον οικοδομικό τους ιστό, πριν την ισοπέδωσή που υπέστησαν στο πλαίσιο και της τότε νοούμενης «ανάπτυξης», στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ανασυνθέτοντας τις ψηφίδες…

Από τις γνωστές απεικονίσεις του φλωρεντινού περιηγητή Cristoforo Buondelmonti (1420) και του Joseph Pitton de Tournefort (1700) επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του οικισμού από τις αρχές του 15ου αι. και παρ’ όλο που είναι σχηματικές δεν υποδεικνύουν μεγάλη αλλαγή μεγέθους ή χρήσης κατά τη διάρκεια της περιόδου των 300 χρόνων που καλύπτουν. Ο περιτειχισμένος οικισμός, που καταλαμβάνει το ακραίο τμήμα της μικρής χερσονήσου στα ΒΔ του ευρύτερου οικισμού της Χώρας, αποτέλεσε μια ενδεδειγμένη θέση για εγκατάσταση ήδη από την αρχαιότητα καθώς βρίσκεται στο μέσο του μεγάλου κόλπου στα δυτικά του νησιού με τα αγκυροβόλια του Τούρλου και του Κόρφου-Διακόφτη στα άκρα. Από τη σωστική ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε την περίοδο από το 1993-2001, κατά την επισκευή του Σχολείου του Μαύρου, ενός κτηρίου που κτίστηκε μεταξύ των ετών 1857-1858, πιθανόν επάνω στο βορειοανατολικό όριο του Κάστρου, είχαμε την τύχη να αποκαλυφθούν, τόσο στο εσωτερικό του κτηρίου, όσο και στον άμεσο περιβάλλοντα χώρο του, σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα που τεκμηριώνουν την αδιάληπτη χρήση του χώρου ήδη από την 2η χιλιετία π.Χ. Τότε είχαν έρθει μεταξύ άλλων στο φως μια δεξαμενή των ύστερων ελληνιστικών χρόνων στο εσωτερικό του κτηρίου, στην οποία βρέθηκαν τμήματα από πέντε αγαλματίδια και ένας μεγάλος αριθμός αγγείων του 1ου-2ου αι. μ.Χ., αρχιτεκτονικά κατάλοιπα επάλληλων οικοδομικών φάσεων στο εξωτερικό του κτηρίου, και πλούσια κεραμική από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Η διαχρονία μιας θέσης σε συνεχή χρήση από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα είχε πια ξεκινήσει να εδραιώνεται. Μία ακόμα τρανή απόδειξη πως η μέχρι πρότινος θεωρούμενη αρχαιολογικά ασήμαντη Μύκονος, ένα νησί στη σκιά της Δήλου, ήταν ένα αξιόλογο κέντρο από την προϊστορία, με εμπορικές επαφές με τα άλλα νησιά του Αιγαίου αλλά και την ηπειρωτική Ελλάδα.

Ορίζοντας το μεσαιωνικό Κάστρο

Εστιάζοντας στην χαρτογράφηση του μεσαιωνικού οικισμού θα πρέπει να συνθέσουμε την εικόνα του από στοιχεία που διασώζονται μέχρι σήμερα, αλλά και από αυτά που είναι γνωστή η θέση τους χωρίς όμως να έχει επιβιώσει κάποιο ορατό κατάλοιπό τους. Ειδικότερα, την ασθενή οχύρωση του Κάστρου την αποτελούσαν οι ενισχυμένοι τοίχοι των σπιτιών της περιμέτρου του, με χαρακτηριστικότερο το τμήμα του επιθαλάσσιου βορειοδυτικού μετώπου, που καθορίζει μία από τις τέσσερις πλευρές του, τη φημισμένη σήμερα Μικρή Βενετία της Μυκόνου. Εδώ διακρίνεται το σημαντικό στοιχείο διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας του αιγιακού κάστρου που είναι οι εν επαφή διώροφες, στενομέτωπες κατοικίες καλυμμένες με επίπεδες στέγες, σχεδόν ταυτόσημες σε μέγεθος και κλίμακα με άλλες παρόμοιες σε κάστρα των Κυκλάδων. Παρόμοια ήταν και η διάταξη στα κτήρια της βόρειας επάκτιας πλευράς του Κάστρου, από τα οποία σώζεται το κτήριο που στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο της Μυκόνου, άλλοτε το καπετανόσπιτο του Νικόλα Μαλούχου, προπάππου του ιδρυτή του Λαογραφικού Μουσείου, Βασίλη Κυριαζόπουλου.

Τα διακριτά, εξέχοντα, στοιχεία της μεσαιωνικής οχυρωμένης πόλης που έχουν επιβιώσει και εντοπίζονται μέσα στον οικισμό, είναι οι δύο από τους τρεις ή τέσσερις αμυντικούς πύργους της∙ ο ένας στη λιθοδομή του ισογείου χώρου του συμπλέγματος της Παραπορτιανής και ο άλλος δίπλα από την Παναγία την Πρυανή, στα νότια της περιοχής που ορίζει το Κάστρο. Συγκεκριμένα, το συγκρότημα που αποτελεί σήμερα την Παραπορτιανή είναι μια σύνθεση πέντε παρεκκλησιών, χτισμένων σε κάθετη και οριζόντια διάταξη με μοναδική πλαστικότητα που έχει αναχθεί σε αντικειμενική καλλιτεχνική αξία, σύμβολο της διαχρονικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του Αιγαίου και τοπόσημο για το νησί της Μυκόνου. Η κύρια εκκλησία, στον τύπο του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, θεωρείται ότι κατασκευάστηκε κατά τον 16ο ή 17ο αιώνα, πιθανότατα όμως και νωρίτερα. Καταλαμβάνει τον όροφο του κτηριακού συγκροτήματος το οποίο, μέχρι το 1920, αποτελούταν στο ισόγειο από ερειπωμένα κτίσματα. Τα κτίσματα αυτά εκ των υστέρων μετατράπηκαν σε μονόκλιτους καμαροσκεπείς ναούς (του Αγίου Σώζοντα, των Αγίων Αναργύρων, της Αγίας Αναστασίας στη δυτική πλευρά, και του Αγίου Ευσταθίου κάτω από την Παραπορτιανή) από τον ιερέα Άνθιμο Οικονομάκη.

Η μακροσκοπική αξιολόγηση των διαστάσεων των πεσσών των τόξων του ναού των Αγίων Αναργύρων με πλάτος 1,30 μ. η οποία δεν δικαιολογείται για την στήριξη της ελαφριάς ημικυλινδρικής στέγης που στηρίζουν σήμερα, το διαβατικό κατά μήκος του ναού του Αγίου Ευστάθιου, που σήμερα λειτουργεί ως νάρθηκας του ναού και η εκτεταμένη παρουσία αρχαίων κιόνων στην τοιχοποιία της ισόγειας αυτής στάθμης, αποτελούν ασφαλείς ενδείξεις ότι πρόκειται για τμήμα της Πύλης του Κάστρου που οδηγούσε στην ακτή. Η οικοδόμηση μιας εκκλησίας που συνδέεται με έναν πύργο άμυνας και κυρίως ως ιερό φυλακτήριο της πύλης, επίσης δεν είναι σπάνιο φαινόμενο για αυτήν την εποχή.

Εξίσου σημαντικά στη αναγνώριση του οχυρωμένου οικισμού είναι τα λείψανα του τετράγωνης κάτοψης πύργου δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας της Πρυανής («η Παναγία του Πύργου»), τα οποία φανερώνουν ένα εντυπωσιακό οχυρό κτίσμα που διαρθρωνόταν σε δύο τουλάχιστον επίπεδα, γεγονός που προκύπτει τόσο από το μεγάλο πάχος των τοίχων του, 1,40 έως 1,50 μ., όσο και από την κάλυψη της αίθουσας της ισόγειας στάθμης με μεγάλου ανοίγματος ημικυλινδρικό θόλο με τρία εγκάρσια ενισχυτικά τόξα-σφενδόνια από πώρινους λαξευτούς θολίτες πάνω σε λίθινα φουρούσια. Για λόγους ασφαλείας, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει στους οχυρωματικούς πύργους διαχρονικά, η πρόσβαση στο εσωτερικό του πύργου γινόταν από τον όροφο, και στην κατώτερη στάθμη του Πύργου από το εσωτερικό του μέσα από καταπακτή στο δάπεδο.

Οι άλλες θέσεις που σχετίζονται με το Κάστρο και το περίγραμμά του φανερώνονται πλέον μόνο στα τοπωνύμια: η Πόρτα του Γιαλού (στα νοτιοανατολικά της σημερινής εκκλησίας της Αγίας Μονής, ένωνε το Κάστρο με το λιμάνι, κατεδαφίστηκε το 1900), το ψηλό κτήριο της Αγίας Μονής (κατεδαφίστηκε το 1900 και ήταν δίπλα στο παραπόρτι), η Πόρτα της Σαπιονέρας (πιθανόν στα νότια του Κάστρου), ο Καστριανός ανεμόμυλος (στη βορειοδυτική γωνία, στα βράχια έξω από το Κάστρο, μαρτυρείται από τον 15ο αιώνα και τα ερείπιά του απεικονίζονται σε φωτογραφίες του 1885).

Αποκαλύπτοντας τον πολεοδομικό ιστό του οικισμού

Τα ανωτέρω δεδομένα και οι διαπιστώσεις προκαλούν την περαιτέρω αναζήτηση στοιχείων για την αποκωδικοποίηση του χώρου, τα οποία προσφέρει η ανασκαφική διερεύνηση, αλλά και η πληρέστερη τεκμηρίωση των αρχιτεκτονικών καταλοίπων. Το έργο αυτό αποτελεί από τον Αύγουστο του 2018, αντικείμενο της Προγραμματικής Σύμβασης Πολιτιστικής Ανάπτυξης μεταξύ του Υπουργείου Πολιτισμού και του Δήμου της Μυκόνου στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού που αφορά στην προστασία και ανάδειξη των σωζόμενων αρχιτεκτονικών καταλοίπων του μεσαιωνικού οικισμού του Κάστρου της Χώρας Μυκόνου. Το έργο υλοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων με χρηματοδότηση του Δήμου Μυκόνου και περιλαμβάνει εργασίες στο απαλλοτριωμένο οικόπεδο «Δενδρινού» στα βόρεια της Παραπορτιανής, στον ελεύθερο από δόμηση χώρο στα ανατολικά της, στον Πύργο της Παναγίας Πρυανής και στα ερειπωμένα κτηριακά κατάλοιπα στο επιθαλάσσιο μέτωπο μεταξύ των ναών της Αγίας Σωτήρας και του Αγίου Ιωάννη του Βάθους.

Η ανασκαφή στους χώρους αυτούς έχει ως κύριο στόχο την αποκάλυψη του πολεοδομικού ιστού, την ερμηνεία του χώρου, την ενοποίηση και αποκατάσταση των υφιστάμενων ερειπίων, ώστε οι Μυκονιάτες και οι επισκέπτες του νησιού να μπορούν να περιηγηθούν σε ένα μεσαιωνικό κάστρο. Στο πλαίσιο μάλιστα της ανασύστασης του μεσαιωνικού πολεοδομικού ιστού θα συνεκτιμηθούν και οι απολήξεις εγκάρσιων τοιχοποιιών που σώζονται αποτετμημένες στις επιφάνειες των άλλων κτηρίων του Κάστρου. Στο απαλλοτριωμένο οικόπεδο «Δενδρινού», η συνεχής χρήση του χώρου και η παλιά κατεδάφιση των ερειπίων που σώζονταν μέχρι και το 1930 εξαφάνισε πολλά στοιχεία από το ιστορικό παλίμψηστο της Χώρας Μυκόνου. Ωστόσο, στο θαλάσσιο μέτωπο, ενσωματωμένα στα κτίσματα του ενετικού κάστρου διακρίνονται τα λείψανα δύο τουλάχιστον φάσεων που μπορούν να αναχθούν στην ελληνιστική περίοδο και ίσως και σε παλαιότερη εποχή. Ένας τοίχος ή τείχος σχηματίζεται με μεγάλους γρανιτένιους όγκους δομημένους εν ξηρώ και εκτείνεται παράλληλα με τη θάλασσα. Προς ανατολάς, συμπληρώνεται με τοίχους που θυμίζουν τις υστεροελληνιστικές τοιχοδομίες της Δήλου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ανατολικό τμήμα του συγκροτήματος «Δενδρινού», στο οποίο ενσωματώνεται η πυργοειδής απόληξη, ασφαλή στοιχεία για τη μορφή της οποίας αντλούμε από σχετική φωτογραφία της περιοχής του 1925.

Τόσο το παραθαλάσσιο οικόπεδο, όσο και οι χώροι που αποκαλύπτονται σταδιακά στο πλάτωμα στα ανατολικά της Παραπορτιανής, πριν εγκαταλειφθούν στις αρχές του 20ου αιώνα, είχαν πρώτα λειτουργήσει ως εκτεταμένα ασβεστοκάμινα όπου παραγόταν ασβέστης από τα μάρμαρα του δηλιακού ερειπιώνα. Τα μεσαιωνικά κτήρια, έχοντας στη συνέχεια απωλέσει την ανωδομή τους, καταχώθηκαν σταδιακά κλείνοντας στους χώρους τους κυρίως κεραμική που χρονολογείται από τα αρχαϊκά (6ος αιώνας π.Χ.), έως τα πρωτοβυζαντινά και υστεροβυζαντινά χρόνια, φτάνοντας έως τους νεότερούς χρόνους (17ο - 19ο αιώνα). Επιπλέον, διάφορα μικροευρήματα, με πιο χαρακτηριστικές τις πήλινες καπνοσύριγγες και τα νομίσματα, λύχνους και σφονδύλια, τα οποία χωρίς να προσδίδουν στους χώρους κάποια ιδιαίτερη ταυτότητα, εμπλουτίζουν τις μαρτυρίες για τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία στο νησί.

Σε αντίθεση με την κατάσταση που παρουσίαζαν οι χώροι πέριξ της Παραπορτιανής ως αποθέτες σύγχρονων και παλαιών απορριμμάτων, το κλειστό σύνολο του Πύργου της Πρυανής απέδωσε διακριτές ενότητες ευρημάτων που τεκμηριώνουν επαρκώς φάσεις χρήσης του χώρου από την προϊστορική (νεολιθική;) έως και την ενετική περίοδο. Σε μεγάλη επιφάνεια της κατώτερης στάθμης του χώρου εντοπίστηκε το υπόβαθρο του μεσαιωνικού δαπέδου το οποίο και διατηρήθηκε, ενώ στο φυσικό βράχο του Πύργου εντοπίστηκε τμήμα προϊστορικού τοίχου, οπές πασσάλων, συγκέντρωση λεπίδων οψιανού, μικρή πυρά με ζωικά κατάλοιπα, όστρεα, κεραμική και ένα μικρογραφικό αγγείο. Ξαναγυρίζοντας στο μεσαιωνικό Κάστρο και την αναζήτηση των απαρχών του, λογικοί συνειρμοί έχουν οδηγήσει στην εκτίμηση ότι χτίστηκε στις πρώτες ημέρες του Δουκάτου του Αρχιπελάγους, όταν δηλαδή μετά την ίδρυση των Σταυροφορικών κρατών στην Ελλάδα, μετά δηλαδή την τέταρτη σταυροφορία, οι αδελφοί Ghisi στα 1207 έλαβαν, μεταξύ άλλων νησιών, την κατοχή της Μυκόνου. Ωστόσο, η διερεύνηση του Κάστρου της Χώρας από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, και η συνακόλουθη συστηματική μελέτη και η αξιολόγηση των ευρημάτων, τεκμηριώνουν την διαρκή χρήση του χώρου ήδη από την νεολιθική περίοδο μέχρι σήμερα. Πολύτιμα είναι τα νέα στοιχεία από τους ιστορικούς χρόνους και ιδίως τα λείψανα της αρχαίας πόλης της Μυκόνου αλλά και τα τεκμήρια για την διαρκή παρουσία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που αναδύονται μέσα από τον γοητευτικό λαβύρινθο των οικοδομικών λειψάνων της μυκονιάτικης διαχρονίας.

Μαρία Κονιώτη

Αρχαιολόγος

Το έργο της ανασκαφικής διερεύνησης, στερέωσης και ανάδειξης των περιοχών του Κάστρου της Μυκόνου υλοποιείται υπό την διεύθυνση του Εφόρου Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Δρος Δημήτρη Αθανασούλη, με υπεύθυνη αρχαιολόγο την Μαρία Κονιώτη και επιβλέπουσα την Ελένη Γεωργούλη, αρχιτέκτονα μηχανικό. Στο πεδίο, η ομάδα αποτελείται από την αρχαιολόγο Γεωργία Παπαδοπούλου και τους εργάτες Dobra Sokol, Xana Klodian, Xana Flamur, Xhukellari Artan, Fatjon Spaho. Υπεύθυνος για τη συντήρηση των ευρημάτων είναι ο συντηρητής αρχαιοτήτων Γιάννης Πιτσίκος. Η αποτύπωση των αρχιτεκτονικών καταλοίπων με χρήση τεχνολογίας τρισδιάστατης σάρωσης υλοποιείται από τους αρχιτέκτονες μηχανικούς Παντελή Στεφανή, Μαίρη Νάσση και Αμαλία Σκαμαγκούλη.

 

THE SETTLEMENT AND THE HOUSE IN KASTRO

The Kastro neighbourhood was founded many centuries ago on a rough flat-topped rock over the sea (initially, separate from the mainland), at the north-western section of Chora (Town). On this coastal plateau, a littoral castle-like compound was created (10 m. above sea level), comprising within its walls, the entire main settlement of the island at the time, with some adjoining farmsteads outside its perimeter. This location seems to have been almost continuously occupied since pre-historic times and it is evident that it constituted the initial (late-medieval) nucleus of the present-day town of Mykonos. Recent ceramic findings as well as fragments of the stone substructure of the walls of the Kastro provide ample information about the existence and evolution of this settlement. Excavations at the site of the Markos Mavros School reveal successive uninterrupted phases of habitation, from the 3rd millennium BC up to the present day (rescue excavation 1993 and 2001). Since 2018, the Ephorate of Antiquities of Cyclades has been conducting extensive excavations within the Kastro, aimed at unearthing the urban planning and at shedding light on the use of specific areas. The Ephorate’s ultimate goal is to preserve the existing remnants and unify this unique archaeological site. During the period of the Ottoman rule, the walled-in Kastro (the Greek word for ‘castle’) was a densely built, crowded seaside settlement of 1000-1500 people, occupying a rectangular area no larger than 7,500 square meters. Security was a primary concern of the Kastro’s inhabitants during those unsafe years and as a result, the area was bounded by a rudimentary defensive perimeter. Like the surviving walls of similar walled-in towns on other Aegean islands, the Kastro wall was comprised simply of the adjoining, solid, outer façades of the tall buildings on the settlement’s outer edge. At the base of the stone structure of the Paraportiani church complex, the visitor today can still see remains of one of the Kastro’s three or four defence towers. Remains of another tower can be seen next to the Panagia Priani church, on the southern side of the Kastro. Historic iconography provides a relatively clear idea of the Kastro’s appearance between the 14th and the 17th century AD. A coloured map of 1420 by Christoforo Buondelmonti (1385-1430), a Florentine monk and traveller, shows the settlement with a tall central tower flanked by lower angular towers. Three very interesting illustrations, found in the Archives and the Library of the Folklore Museum, document the evolution of the historic settlement of Mykonos Town from the 17th till the late 18th century. The oldest of these three prints, shows the inhabited area of the island limited to the Kastro area. It is a copy of a rough outline sketch from a portolan (naval) chart, found in a 17th century manuscript at the Museo Civico Correr of Venice. The second one is a travel book illustration, by Joseph Pitton de Tournefort (1658-1708), showing the blind seaward façades of the houses in the Kastro. A native of Provence, J. P. de Tournefort - botanist and physician - visited Mykonos in 1700, where he seems to have spent an entire year. His book “Relations d’ un voyage du Levant”, first published in Paris in 1717, became very popular; a copy of the 1741 English edition can be found at the Folklore Museum’s library.

The third illustration is a drawing by Thomas Hope (1769-1831), nearly a century later, in 1790, showing the settlement of the Chora of Mykonos extending beyond the limits of the Kastro; there are openings for both doors and windows on the seaward façades of the houses. Mykonos already looks like a lively and prosperous island port. The crowded, densely constructed area of the Kastro has been justly characterised as a pomegranate. It was a chaotic jumble of buildings, a truly suffocating place to live. An architectural element typical of the merging of the private and public space, is the narrow, covered passageway called ‘katastéyi’, which lies beneath two-storey buildings. Up until 1920, when it was closed, the lane of the last ‘katastéyi’ extant in the Kastro was situated underneath the upper-storey of the Panagia Paraportiani complex, leading to the ‘Paraporti’ of the Kastro. The other two entrances to the Kastro were the main ‘Porta’ (remains of which were still visible in 1885) and the ‘Porta tis Sapioneras’. On a subdued rock at the southern side of the settlement, there are discernible traces of the ‘Kastrianos Milos’ (the windmill of the castle), which is probably the oldest on the island. The churches of the Kastro area are definitely among the oldest surviving buildings since the 16th C. onwards. As these churches were an integral part of the walled-in Kastro settlement, they do not appear as separate entities on the old maps. It should also be noted that the church complex of Agia Eleni (St. Helen) was used as the state church of Mykonos Town, till the mid 19th C.

Vangelis Pelekis

(Text based on the introduction of the Mykonos Folklore Museum guide)

 

BEYOND THE WHITE OF PARAPORTIANI

It is perhaps impossible for today's visitor wandering the charming labyrinth of Mykonos Town to get a grasp on the structure of the medieval settlement that gave the historic district of Kastro (Castle) its name, and the emblematic monument of Paraportiani, that is the church next to the side Gate of the Kastro, its own. Mykonos Kastro is one of the earliest examples of a medieval town among the Aegean settlements, and although there is no clear historical evidence of when exactly it was rebuilt, as only few of its original structures survive today, the reminiscence of its former condition has survived in the descriptions and maps of travellers, nautical charts-portolans, historical sources, rare valuable photographs from the late 19th century, even in the monologues of Kadmo by Melpo Axioti... that is to say, the houses stood until the beginning of the 20th century, crumbled but with the history engraved on their texture, before they were demolished in the context of a perceived "development", at the beginning of 20th century.

Recomposing the fragments...

Well-known depictions of the Florentine traveller Cristoforo Buondelmonti (1420) and Joseph Pitton de Tournefort (1700) confirm the existence of the settlement in the early 15th century, and although these are schematic, they do not indicate a large change in size or use over the 300-year period they define. The walled settlement, which occupies the extreme part of the small peninsula to the north west of the broader settlement of Chora, has been an appropriate site since antiquity, as it is located in the middle of the large bay to the west of the island, with the anchorages of Tourlos and Korfos-Diakoftis to its ends. From the excavation that took place between 1993 and 2001, during the repair of the Mavros School, a building constructed between 1857 and 1858, probably on the northeast boundary of the Kastro, we were fortunate enough to discover, both inside the building as well as in its immediate vicinity, important archaeological findings that document the continuous habitation of the site as early as the 2nd millennium BC. Then, among other findings, inside the building, a reservoir of the late Hellenistic years was revealed, in which fragments of five statues and a large number of vases from the 1st-2nd centuries AD were found; also, architectural remains of successive building phases on the exterior of the building, and rich pottery from the 17th to 19th centuries. The perpetuity of a place in constant use since prehistoric times has now begun to establish itself. Yet another tangible proof that the perceived as archeologically insignificant Mykonos - an island in the shadow of Delos - was a remarkable center since prehistory, with trade links with the other Aegean islands and mainland Greece.

Defining the medieval Kastro

Focusing on the mapping of the medieval settlement, we should compose its image from elements preserved up to this day, as well as from those known from their location without any surviving visible remains. In particular, the weak fortification of the Kastro consisted of the fortified walls of its perimeter houses, most notably the part of the coastline northwest, which defines one of its four sides, the renowned Little Venice of Mykonos waterfront. Here, one can distinguish the significant elements of the Aegean Kastro's form which is the narrow-fronted, two-storey dwelling units, attached to each other along the sides, covered with flat roofs, almost identical in size and scale to other similar roofs in the Cycladic castles. Parallel to the northwest side was the arrangement of the buildings on the north shore of the Kastro, among which a surviving building that houses Mykonos Folklore Museum, is formerly the captain's house of Nikolas Malouhos, great-grandfather of the founder of the Folklore Museum, Vassilis Kyriazopoulos.

The distinctive, prominent elements of the medieval fortified town that have survived and are located within the settlement are two of its three or four defensive towers; one on the ground floor of the Paraportiani complex and the other one next to Panagia Priani (Our Lady of the Tower), to the south of the area designated by the Kastro. Specifically, the Paraportiani complex is a combination of five chapels built in vertical and horizontal layout with unique plasticity that has been raised to an objective artistic value, a symbol of timeless traditional Aegean architecture and a landmark in Mykonos island. The main church, in the form of an enclosed cross-domed church, is thought to have been built in the 16th or 17th century, but is not unlikely to be dated earlier. It occupies the floor of the building complex which, until 1920, consisted of ruined buildings on the ground floor. These buildings were subsequently converted into single-aisled arched churches (of Agios Sozontas, Agioi Anargyroi, Agia Anastasia on the west and Agios Efstathios under Paraportiani) by priest Anthimos Economakes.

The macroscopic estimation of the dimensions of the pillars of the arches with a width of 1.30 m., which is not justified to support the light semi-cylindrical roof of the church of Agioi Anargyroi, the passageway along the church of Agios Efstathios (which today serves as the narthex of the church, and the extensive presence of ancient columns in the masonry of this ground floor) are all safe indications that this is part of the Kastro Gate complex leading to the coast. Building a church associated with a defense tower, mainly as a sacred protector for the gate, is also not uncommon in this period. Equally important to the identification of the fortified settlement are the remains of the square plan tower next to the church of Panagia Priani ("Our Lady of the Tower"), which reveal an impressive fortified structure, at least two levels high, an estimation based on the width of its walls (1.40 to 1.50 m), as well as on the fact that the ground-floor chamber was covered with a large semicircular dome with three transverse reinforcing arches of carved stones on stone corbels. For security reasons, as is almost always the case with fortification towers across time periods, the inside of the tower was accessed from the floor, and access to the lower level of the Tower was through a floor hatch.

The other sites related to the Kastro and its outline are now only perceivable in the toponyms, the place names: the Door of the Gialos, that is the Seashore (south east of the present church of Agia Moni, joining the Kastro with the harbour, which was demolished in 1900), the tall building of Agia Moni (demolished in 1900 and next to the above door), the Sapionera Door, where the used to throw the dirty waters (probably to the south of the Kastro), the Castrianos windmill (on the northwest corner, on the rocks outside the Kastro, known to have existed since the 15th century, and its ruins depicted in photographs of 1885).

Revealing the urban fabric of the settlement

The above data and assessments lead to a further search for material intended for the decoding of the site, such as the ones provided by the excavation, as well as the more complete documentation of the architectural remains. Since August 2018, this project has been the subject of the Planning Agreement for Cultural Development between the Ministry of Culture and the Municipality of Mykonos, in the context of a wider planning for the protection and promotion of the architectural remains of the medieval settlement of Mykonos Kastro. The project is being implemented by the Ephorate of Antiquities of the Cyclades with the financial support of the Municipality of Mykonos and comprises works on the expropriated plot of "Dendrinou" to the north of Paraportiani, on the open space to the east, to the Tower of Panagia Priani and to the ruins between the churches of St. Sotira and St. John of the Depth. The excavation of these sites is mainly aimed at revealing the urban fabric, interpreting the site, unifying and restoring the existing ruins, so that the Mykonians and the visitors to the island can visit a medieval castle. In the context of the reconstruction of the medieval urban fabric, the endings of transverse walls that are preserved on the surfaces of the buildings of the Kastro will also be taken into consideration. On the expropriated "Dendrinou" plot, the continued use of the site and the old demolition of the ruins, which were well-preserved until 1930, erased many elements from the historic palimpsest of Mykonos Town. However, on the seafront, embedded in the buildings of the Venetian castle, are the remains of at least two phases that can be traced back to the Hellenistic period or earlier.

A wall or defensive wall is formed with large granite volumes built without mortar, extending parallel to the sea. To the east, it is supplemented by walls reminiscent of Delos' Hellenistic walls. Of particular interest is the eastern part of the domestic complex, which incorporates the towering terminus of the edifice; we can draw definite evidence regarding its form from a photo of the area in 1925. Both the coastal plot and the sites gradually revealed on the plateau to the east of Paraportiani, before being abandoned in the early 20th century, had first functioned as extensive limestone furnaces where lime was produced from marble originating from the Delian ruins. The medieval buildings, having subsequently lost their superstructure, were gradually enclosed in their premises, mainly pottery dating from the Archaic (6th century BC) to the Early Byzantine and Late Byzantine years, reaching as late as the 17th - 19th centuries. In addition, various small findings, most notably clay pipes and coins, lamps and spindle whorls, without giving any special identity to the sites, enrich the testimonies of the timeless human presence on the island. Contrary to the condition of the surrounding sites around Paraportiani, depositors of modern and ancient waste, the enclosed whole of the Tower of Priani yielded distinct units of findings that adequately document phases of usage of the site from the prehistoric (Neolithic) to the Venetian period. The medieval floor substructure was located and preserved on a large surface of the lower level of the site, while a prehistoric wall, pile holes, obsidian blades, a small fire with animal remains and a small vessel were found on the natural rock of the Tower. Returning to the Medieval Kastro and the quest for its beginnings, logical associations have led to the estimation that it was built in the first days of the Duchy of Archipelago, specifically, after the founding of the Crusader states in Greece, that is after the fourth Crusade when the Ghisi brothers received possession of Mykonos (1207) among other islands. However, the excavation of the Kastro of Chora by the Ephorate of Antiquities of the Cyclades, and subsequent systematic study and evaluation of the findings, document the continued use of the site from the neolithic period to the present. Valuable are the new elements from the historical period, and in particular the remains of the ancient city of Mykonos, as well as the evidence regarding the enduring presence of the Byzantine Empire emerging through the fascinating maze of the building remains of the Mykonian diachrony.

Maria Konioti

Archaeologist

The excavation, consolidation and enhancement of the areas of Mykonos Kastro is being carried out under the direction of the Ephor of Cyclades Antiquities, Dr Demetrios Athanasoulis, the archaeologist in charge Maria Konioti and supervising architect Elene Georgouli. In the field, the team consists of archaeologist Georgia Papadopoulou and workers Dobra Sokol, Xana Klodian, Xana Flamur, Xhukellari Artan, Fatjon Spaho. Responsible for the conservation of the findings is Yiannis Pitsikos, the conservator of antiquities. The recording of the architectural remains using 3D scanning technology is implemented by architects Panteles Stefane, Mary Nasse and Amalia Skamagoules.